- Bar
- subs.For fastening: P. and V. μοχλός, ὁ, Ar. and V. κλῇθρα, τά.Reid round a chariot: V. ἄντυξ, ἡ.Law-court: Ar. and P. δικαστήριον, τό.Of the bar, judicial, adj.: Ar. and P. δικανικός.Bir (uncoined) gold: P. χρυσὸς ἄσημος, ὁ.Across a harbour: P. ζεῦγμα, τό.At the mouth of a river: V. πρόσχωμα, τό.Hindrance: P. κώλυμα, τό, διακώλυμα. τό, ἐμπόδισμα. τό, ἐναντίωμα, τό.Be a bar to: P. ἐμπόδιος εἶναι (gen.). P. and V. ἐμποδὼν εἶναι (dat.), ἐμποδὼν γίγνεσθαι (dat.).——————v. trans.Fasten: P. and V. κλῄειν, συγκλῄειν. ἀποκλῄειν, Ar. and P. κατακλῄειν.Put bar across: Ar. μοχλοῦν.Block up: P. and V. φράσσειν, P. ἀποφράσσειν, ἐμφράσσειν.Shut out: P. and V. ἀποκλῄειν, ἐκκλῄειν.Except: P. and V. ἐξαιρεῖν.
Woodhouse English-Greek dictionary. A vocabulary of the Attic language. 2014.